Ξυπνάς απ’ τα χαράματα, δυο κούπες καφέ κι όσα τσιγάρα αντέχεις, ντύνεσαι, στολίζεσαι, βγαίνεις έξω και βρέχει, περνάς τη γέφυρα, ψάχνεις για ταξί εις μάτην και τελικά, μετά από μήνες (πολλούς μήνες), μπαίνεις σ’ ένα λεωφορείο και –θαύμα!- βρίσκεις και θέση, και βυθίζεσαι στο κάθισμα σαν σε κουκούλι, κι έξω βρέχει, βρέχει, όλη η Κηφισίας γυαλίζει, φωτίζει όπως σιγά σιγά κατεβαίνεις, κι όπως βρέχει, χαζεύεις τα πρόσωπα των οδηγών, τις γυαλιστερές οροφές των αυτοκινήτων, τα σκουροκόκκινα φύλλα των δέντρων, τις νυσταγμένες φιγούρες μες στο λεωφορείο, χώνεσαι κι άλλο βαθιά μες στο κουκούλι σου κι αρχίζεις να σιγοτραγουδάς «δεν κλαίω που φεύγεις …».
Και ποιος φεύγει πάλι, τι είναι αυτό που σου ‘ρθε (κανείς δεν φεύγει – σύνελθε!), μα θες να κλάψεις, θες να χουχουλιάσεις κι άλλο, όσο δεν πάει, και να κλάψεις αυτή την ατέλειωτη ώρα του πηγεμού προς την Αθήνα, να κλάψεις την ώρα του γυρισμού, με τα σημάδια του χαλασμού…
Γιατί απ’ τα ελάχιστα που σου ‘μαθε η ρημάδα η ζωή είναι ότι όποιος χρωστάει γυρίζει. Γυρίζει σαν την άδικη κατάρα, που ‘λεγε κι η μάνα σου. Σ΄ένα μήνα, σε δυο χρόνια, σε είκοσι χρόνια, δεν έχει και τόσο σημασία, γυρίζει με μια ηλίθια πρόφαση, τάχα μου «είδα φως και μπήκα», κι αφού μιλήσετε για τον καιρό και πόσο ακρίβυναν όλα, σε καρφώνει μ’ αυτή την - τόσο γνωστή, π' ανάθεμά την! - απόγνωση στο βλέμμα, μα είναι πολύ αργά πια για σένα, τίποτα δεν αντέχεις να προσθέσεις στα ήδη ειπωμένα. Τι να του κάνεις πια, μεγάλο παιδάκι είναι, όφειλε να το 'χει μάθει: στη ζωή δεν μας βαραίνουν αυτά που δεν πήραμε (σάμπως τα ‘χαμε και ποτέ; - αέρας κοπανιστός!), ασήκωτο είναι το φορτίο αυτών που δεν δώσαμε.
Κι έτσι συμβαίνει, ένα φθινοπωριάτικο πρωινό, μέσα σ’ ένα λεωφορείο που κατεβαίνει την Κηφισίας, κι έξω βρέχει, και καθαρίζεις το τζάμι για να δεις τα σκουροκόκκινα φύλλα των δέντρων της Φιλοθέης να γυαλίζουν, να λαμβάνεις ένα απροσδιόριστο μήνυμα "γυρισμού" και ν' αρχίζεις να κλαις. Κι όσο εσύ κλαις, τόσο δυναμώνει και η βροχή πάνω στις λαμαρίνες, τόσο αυξάνει και η κατανόηση στο βλέμμα της Φιλιππινέζας δίπλα σου. Μα ποια κατανόηση και πράσινα άλογα, ποιος να σε καταλάβει, πώς και σε ποιον να το εξηγήσεις ότι κλαις την ώρα του σπαραγμού, την ώρα που εσύ, εσύ που κάποτε αγέρωχα δήλωνες ότι «εγώ όποιον αγαπώ τον αγαπώ για πάντα, είτε φύγω είτε μείνω» (και χτύπαγες και το χέρι στο τραπέζι, να πούμε), εσύ η ίδια τώρα κλαις την ώρα που δεν θα ‘χεις ψυχή να πεις "σ’ αγαπώ".
Αφιερωμένο εξαιρετικά σε 1-2 παλιές αγάπες, αλλά και σε κάποιες φίλες. Στη Ν. , που με την απύθμενη βλακεία της τα κατέστρεψε όλα και στη Ε. που μου ράγισε την καρδιά πριν 10 μέρες και τώρα γυρίζει γύρω μου σαν σβούρα, αλλά δεν το ξέρει.
Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
15 σχόλια:
Δεν θα σου πώ κάτι !
αλλά μιάς και έχω χάσει πολλούς φίλους για διάφορους λόγους εχε στον νού σου πως ολλα κάποτε γυρίζουν στο χέρι μας είναι αν θα κάνουμε εκπτώσεις ή όχι . Να προσέχεις ;)
Είναι στραβές μέρες... ψυχραιμία πρέπει να έχουμε μπόλικη.
Πόσο δίκιο έχεις
[στη ζωή δεν μας βαραίνουν αυτά που δεν πήραμε (σάμπως τα ‘χαμε και ποτέ; - αέρας κοπανιστός!), ασήκωτο είναι το φορτίο αυτών που δεν δώσαμε}.
Άντε επιτέλους πολύ μου έλειψες. Χάθηκα κι εγώ με διάφορα δικά μου, να βρω ώρα για το μπλογκ μου μόνο.
Να είσαι καλά και να θυμάσαι πως εκεί που το αισθάνεσαι να δίνεις συγχώρεση γιατί όπως διάβασα κάπου και ξετρελάθηκα και πολύ θα ήθελα να ήταν δικό μου αλλά δεν είναι... "Συγχώρεση είναι το άρωμα που χαρίζει η βιολέτα στο τακούνι που την πατάει"
@mat, όλα και όλοι γυρίζουν, σαν σε αέναο κύκλο. Τώρα για τις εκπτώσεις, δίκιο έχεις ότι πρέπει να 'μαστε προσεχτικοί, αλλά για να μπεις στον πειρασμό να τις κάνεις, πρέπει να σου έχει αφήσει κι ο άλλος κάτι, έτσι δεν είναι; Αν δεν έχεις πια ψυχή, που λέει και το τραγούδι;
@juanita μου, σα να παραστραβώσανε οι μέρες τελευταία (μου φαίνεται)
@ meriamon, πολύ χαίρομαι που σε "ξαναβλέπω". Όμορφη αυτή η φράση για τη συγχώρεση, αλλά και η συγχώρεση είναι σαν τις "εκπτώσεις", που λέω στον mat. Για να τη δώσεις, πρέπει να σου έχει αφήσει ο άλλος κάτι. Αν σ' τα 'χει νεκρώσει όλα μέσα σου, τι να συγχωρέσεις; Δεν ξέρω, από τη μια αυτό το συναίσθημα ότι από πλευράς μου "έχουν κλείσει οι λογαριασμοί" μού είναι ανακουφιστικό, από την άλλη όμως αυτή η "ώρα του γυρισμού" είναι και η ώρα του οριστικού αποχωρισμού, κι αυτό ώρες-ώρες το νιώθω σπαραχτικό.
Πολύ μου άρεσε αυτό το "στη ζωή δεν μας βαραίνουν αυτά που δεν πήραμε, ασήκωτο είναι το φορτίο αυτών που δεν δώσαμε"...Αισθάνομαι πάντα έτσι όταν σκέφτομαι παλιούς φίλους και παλιές αγάπες (ΤΗΝ αγάπη θα έπρεπε να πω, ΟΚ).
ΥΓ> Όπως βλέπεις ο δασκαλάκος βρήκε τους χαμένους κωδικούς και το blog του δουλεύει πάλι! Κι όχι μόνο αυτό, κατόρθωσα να γυρίσω τη java στα ελληνικά και θα μπαίνω άνετα και από το σπίτι! WOW:)
ΥΓ2> Συγγνώμη, εγώ διέγραψα τα δύο παραπάνω σχόλια, είχα κάνει κάποιο λάθος...
"στη ζωή δεν μας βαραίνουν αυτά που δεν πήραμε, ασήκωτο είναι το φορτίο αυτών που δεν δώσαμε". Η φράση μας εντυπωσιάζει όλους. Την ξαναγράφω, γιατί πρέπει να την κρατήσουμε.
Μαρία, είσαι πολύ ατμοσφαιρική και συμβολική στις περιγραφές σου. Κάποτε θα γράψω κι εγώ για τη θαυμάσια αίσθηση, με κράνος και αδιάβροχο να πηγαίνω με τη μηχανή μου μέσα στη βροχή. Νιώθοντας προστατευμένος και απροστάτευτος ταυτόχρονα.
@ Καλώς τον Δασκαλάκο! Πολύ χαίρομαι που τα βρήκες, άντε και ...computer freak!
@ Πολύ ωραία αίσθηση, Μπάμπη, πράγματι, τη θυμάμαι από παλιότερα (ως συνοδηγός, βέβαια, αφού αρνούμαι να οδηγήσω ακόμη και πατίνι!)
πολύ καιρό είχες ν ανεβάσεις ποστ και μπήκα πιστεύοντας πως θα βρω το ίδιο..
ευχάριστη η έκπληξη πολλά μαζεμένα...
τα διάβασα
χάρηκα που σε "ξαναβρήκα"
φιλιά
κι ελπίζω να μην "χαθείς" πάλι
"Γιατί απ’ τα ελάχιστα που σου ‘μαθε η ρημάδα η ζωή είναι ότι όποιος χρωστάει γυρίζει. Γυρίζει σαν την άδικη κατάρα," πολύ πάρα πολύ μ άρεσε αυτό
Πρέπει να παίρνουμε το ίδιο λεωφορείο ενίοτε, καθώς εμένα με βολεύει περισσότερο το 602 για να κατεβαίνω κέντρο. Η περιγραφή με τη Φιλιπινέζα με έκανε να χαμογελάσω. Εχουμε τις ίδιες εικόνες όλοι εμείς που χρησιμοποιούμε την συγκεκριμένη συγκοινωνία. Οσο για τον κόσμο που φεύγει, τι να πω... Πολύ γλυκό το blog σου! Χαιρετισμούς,
Jorge
@ Εδώ θα 'μαστε, Αλκυόνη μου, μαζευτήκαμε στις φωλιές μας :-)
@ Jorge, σ' ευχαριστώ κι εγώ για το γλυκό σου σχόλιο!
Καμιά φορά διαβάζοντας κείμενα που με αγγίζουν, δυσκολεύομαι να βρω τι να πω, κι απ΄ την άλλη δεν μπορώ απλώς να σιωπήσω. Κάπως έτσι ήταν τα λόγια σου σήμερα για μένα.
@helorus, ευχαριστώ, είναι πολύ όμορφο το συναίσθημα ότι οι λέξεις μου άγγιξαν κάποιον.
Ευτυχώς που παίρνω να διαβάζω τα κείμενα των "αγαπημένων" μου από κει που είχα σταματήσει κι όχι μόνο από το τελευταίο τους ποστ! Έτσι δεν σε έχασα σ' αυτή σου τη διαδρομή και ήταν σα να σε βλέπω εκεί στη θέση του λεωφορείου, μ'αυτά τα δάκρυα στα μάτια, λίγο θλιμμένα αλλά και λίγο λυτρωτικά (θέλω να νομίζω). Το απόλαυσα αυτό το κείμενο.
Δημοσίευση σχολίου